"Ανάμεσα στις επιθυμίες και στις ηδονές, υπάρχουν κάποιες παράνομες.Σε μερικούς περιστέλλονται από τους νόμους και από άλλες καλύτερες επιθυμίες, με την επικουρία του λογικού.Έτσι, ή φεύγουν εντελώς ή όσες μένουν είναι λίγες και αδύνατες. Σε άλλους όμως είναι δυνατότερες και περισσότερες..."
Πλάτωνος Πολιτεία

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Πρόλογος (Στίχοι 1-99)

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ
Στ. 1 « κοινν ατδελφον σμνης κρα»: ο στίχος αυτός δηλώνει τη σχέση που ενώνει τις δύο αδερφές. Περιέχει πλεονασμό (κοινόν αυτάδελφον) και περίφραση (Ισμήνης κάρα). Η σχέση τους διακρίνεται από αγάπη, στοργή, τρυφερότητα και η Αντιγόνη ζητά τη βοήθεια της αδερφής της, ως τον πλησιέστερο συγγενή που έχει.
Στ. 2 «π Οδπου κακν »: ο Οιδίποδας κουβαλά την κατάρα της γενιάς των Λαβδακιδών: έχει περιπέσει στο αμάρτημα της πατροκτονίας και της αιμομειξίας. Σκότωσε τον πατέρα του (Λάϊο) και παντρεύτηκε την μητέρα του (Ιοκάστη). Στη συνέχεια, με την αποκάλυψη των ανοσιουργημάτων, η Ιοκάστη αυτοκτόνησε, ο Οιδίποδας αυτοτυφλώθηκε και αυτοεξορίστηκε, ενώ οι δυο γιοι τους (Ετεοκλής και Πολυνείκης) μπλέχθηκαν σε εμφύλια διαμάχη για την απόκτηση της εξουσίας και αλληλοσκοτώθηκαν.
Στ. 2-3 «ρ οσθ τελε;»: η Αντιγόνη ρωτά την αδερφή της αναφορικά με τις συμφορές που έχουν περιέλθει στην οικογένειά τους. Έτσι εισάγει στο έργο την ιδέα της πατρογονικής κατάρας, τη δεινή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η οικογένειά τους, για να προετοιμάσει τους θεατές για τις δυσκολίες που και οι ίδιες θα περάσουν στη συνέχεια του έργου.
Στ. 7 «κα νν τ τοτ α φασι πανδμ πλει»: στην δεύτερη ερώτησή της η Αντιγόνη κάνει αναφορά στο επικείμενο διάταγμα του Κρέοντα που αφορά την οικογένειά της και που απειλεί την ίδια και αγαπημένα της πρόσωπα. Φαίνεται ο δυναμικός και θεληματικός χαρακτήρας της που θα έρθει σε αντιπαράθεση με αυτόν της αδερφής της. Η Αντιγόνη είναι ανήσυχη και νιώθει να απειλούνται τα πρόσωπα της οικογένειάς της.
Στ. 11 «χεις τι κεσκουσας; σε λανθνει»: στα λόγια της Ισμήνης φαίνεται η άγνοιά της για το διάταγμα του Κρέοντα και την αδιαφορία της για τα γεγονότα που ενδεχομένως θα απειλήσουν την οικογένειά της. Σε αντίθεση με τη γνώση και αγωνία της Αντιγόνης, η Ισμήνη είναι ψυχρή, απαθής και συναισθηματικά ουδέτερη αναφορικά με τα συμβάντα που προηγήθηκαν και όσα θα συμβούν. Η Ισμήνη βιώνει μια ουδέτερη κατάσταση, την χαρακτηρίζει η λογική και ο φόβος που χαρακτήριζε και τις γυναίκες της εποχής της αρχαίας κοινωνίας, καθώς η θέση τους ήταν στο σπίτι και δεν συμμετείχαν στα κοινά.
Στ. 15 «ργεων στρατς»: πρόκειται για τον στρατό που οδήγησε ο Πολυνείκης από το Άργος εναντίον του αδερφού του Ετεοκλή που ήταν στη Θήβα, για να διεκδικήσει το θηβαϊκό θρόνο.
Στ. 18 « δη καλς…»: ειρωνικός τόνος στα λόγια της Αντιγόνης, αφού γνωρίζει την εσωστρέφεια και μοιρολατρία της αδερφής της.
Στ. 21 «ο γρ τφου νν τ κασιγντω...»: καθώς η Ισμήνη δε γνωρίζει την διαταγή του Κρέοντα, η Αντιγόνη έχει την ευκαιρία να αναπτύξει το κήρυγμά του με λεπτομέρειες. Οι θεατές και η Ισμήνη μαθαίνουν ότι έχει ενταφιαστεί ο Ετεοκλής με όλες τις πρέπουσες τιμές, ενώ έχει εκδοθεί διαταγή που απαγορεύει την ταφή του Πολυνείκη και την προσφορά σε αυτόν νεκρικών τιμών. Αν κάποιος από τους πολίτες κάνει κάτι τέτοιο, θα τιμωρηθεί με λιθοβολισμό.
Στ.. 22 «τν μν προτσας»: τον Ετεοκλή που ο Κρέοντας τον έκρινε άξιο με την τιμή της ταφής, ως ήρωα που υπερασπίστηκε την πόλη.
Στ. 22 «τν δ τιμσας»: Ο Πολυνείκης θεωρείται εχθρός της πατρίδας, γιατί είχε οδηγήσει τον στρατό των Αργείων ενάντια στη Θήβα.
Στ. 27 – 28 «τ μτφ καλψαι»: οι Αρχαίοι πίστευαν πως δεν κατέβαινε η ψυχή του νεκρού στον Άδη αν δεν του είχαν προσφερθεί οι τιμές της ταφής αλλά ότι περιπλανιόταν σαν φάντασμα και η ψυχή του δεν ηρεμούσε. Αυτόν τον ηθικό νόμο παραβιάζει εδώ ο Κρέοντας. Γι’ αυτό και στο Ψ της Ιλιάδας, ο Πάτροκλος παρακαλεί τον Αχιλλέα να τον θάψει το γρηγορότερο.
Στ. 31 «τν γαθν Κροντα»: εδώ η Αντιγόνη περιφρονεί και ειρωνεύεται τον άρχοντα της Θήβας. Αυτή έχει πάρει τις αποφάσεις της, διαφαίνεται έτσι ο ψυχικός κόσμος της.
Στ. 32 «λγω γρ κμ»: το διάταγμα του Κρέοντα αφορά όλους τους πολίτες, ακόμη και την ίδια, αγνοώντας ότι αυτή έχει πάρει τις αποφάσεις της, που θα την οδηγήσουν σε σύγκρουση με το κήρυγμά του.
Στ. 36 «φνον προκεσθαι δημλευστον»: ο λιθοβολισμός ήταν συνηθισμένη δημόσια ποινή για τους αρχαίους για αδικήματα προδοσίας, ιεροσυλίας κλπ. Αυτό το είδος θανάτου αναφέρεται σε μια πρωτόγονη κοινωνία. Χρησιμοποιείται ιδιαίτερα για την καταδίκη πράξεων που έρχονται σε σύγκρουση με τα χρηστά ήθη και την έννοια του δικαίου.
Στ. 40 «λουσ ν φπτουσα»: φράση αμηχανίας και ταραχής από την Ισμήνη. Φαίνεται η αδυναμία του χαρακτήρα της.
Στ. 41 «ε ξυμπονσεις κα ξυνεργσει σκπει»: διαφαίνεται η αμετάκλητη απόφαση της Αντιγόνης να παραβεί το κήρυγμα του Κρέοντα και να θάψει τον αδερφό της
Στ. 42 «κινδνευμα...»: η Ισμήνη χρησιμοποιεί την έννοια επικίνδυνη πράξη και φανερώνει την δειλία και διστακτικότητά της για ό,τι πρόκειται να κάνει η αδερφή της
Στ. 50 «ς νν πεχθς δυσκλες τ ...»: η Ισμήνη απαριθμεί στην Αντιγόνη τις συμφορές του σπιτιού τους, για να την αποτρέψει από την ταφή. Αναφέρεται στον αδερφό και πατέρα τους Οιδίποδα και την αυτοτύφλωσή του, στη μητέρα τους, Ιοκάστη και την αυτοκτονία της και στα δυο αδέρφια τους και τον αμοιβαίο θάνατό τους. Τονίζει έτσι ότι αυτές οι δυο είναι οι μόνες που έχουν απομείνει και κουβαλούν την κατάρα των Λαβδακιδών. Ταυτόχρονα εκφράζει τους ενδοιασμούς και τους φόβους της για το μέλλον τους.
Στ. 61 – 62 «γυναχ τι φυμεν»: θίγεται  το ζήτημα της θέσης της γυναίκας στην αρχαία κοινωνία. Η γυναίκα ήταν υποχρεωμένη να φροντίζει «τα του οίκου», δηλαδή  τα ζητήματα του σπιτιού. Ο ρόλος της γυναίκας στο σπίτι και  σε οικογενειακές δραστηριότητες ήταν σπουδαίος, αλλά αφανής, γιατί επισκιαζόταν από τις αντρικές δραστηριότητες. Οι άντρες είχαν την ευθύνη στον πόλεμο, αλλά και τη συμμετοχή στα κοινά. Οι άντρες συνέβαλαν στην άρτια λειτουργία της δημοκρατίας στην αρχαία Ελλάδα, αλλά η γυναίκα ήταν αμέτοχη από τα πολιτικά και τη διαχείριση της εξουσίας για πολλούς αιώνες.
Στ. 88  «π ψυχροσι ...»: τονίζεται η φλογερή επιθυμία της Αντιγόνης για πράξεις που όμως σχετίζονται με θέματα, όπως ο θάνατος και τα δεινά που θα επακολουθήσουν (σχήμα αντίθεσης).
Στ. 93 «ε τατα λξεις... καλς θανεν»: στα αποφασιστικά λόγια της Αντιγόνης διακρίνεται μια περιφρόνηση και ειρωνική διάθεση για τη δειλία της Ισμήνης. Ο αγέρωχος χαρακτήρας της Αντιγόνης έρχεται σε αντίθεση με τον άβουλο και γεμάτο ανασφάλειες χαρακτήρα της Ισμήνης.
Στ. 97 «στε μ ο καλς θανεν»: αυτά είναι τα τελευταία λόγια της Αντιγόνης. Αμέσως μετά φεύγει και πηγαίνει έξω από την πόλη, στους αγρούς, για να θάψει τον αδερφό της. Φεύγει από την αριστερή πάροδο.
Στ. 99 «τος φλοις δ ρθς φλη»: η Ισμήνη αναγνωρίζει την ευγένεια, την ανωτερότητα και τη γενναιοφροσύνη της πράξη της Αντιγόνης, έστω και αν την χαρακτηρίζει ανόητη. Η Ισμήνη μπαίνει στα ανάκτορα, επιστρέφοντας στον γυναικωνίτη.
«Η Αντιγόνη και οι ανθρώπινοι νόμοι»
                Η Αντιγόνη παίρνει μόνη της την απόφαση ν' αψηφήσει τον νόμο, ή ό,τι τουλάχιστον θεωρούνταν πως ήταν νόμος. Η απόφαση είναι σοβαρότατη και αναμφίβολα θα προκάλεσε σε πολλούς ακροατές μεγάλη προκατάληψη εναντίον της. Οι Έλληνες, που οι πολιτικές ελευθερίες τους ήταν στενά δεμένες με την ύπαρξη των νόμων, εύλογα υπερηφανεύονται οι ίδιοι γι' αυτούς. Ό,τι ξεχώριζε την Ελλάδα από τις βαρβαρικές χώρες, ήταν η απόκτηση νόμων. Η Αντιγόνη, αψηφώντας τις καθιερωμένες αντιλήψεις, βάζει τον εαυτό της πάνω από τον νόμο του Κρέοντα και ισχυρίζεται πως ξέρει καλύτερα τι είναι δίκαιο. Αυτό είναι επικίνδυνο για τον καθένα και ιδιαίτερα επικίνδυνο για μια γυναίκα. Στην αρχή του δράματος η Αντιγόνη εκφράζει την περιφρόνησή της και δεν μπαίνει καθόλου στον κόπο να την εξηγήσει. Ώσπου να συγκρουστεί με τον Κρέοντα, δεν προβάλλει καμιά δικαιολογία της. Στο μεταξύ, το ακροατήριο, που αγαπά τους νόμους, μπορεί να την έχει υποψιαστεί και καταδικάσει, αν όχι για αλαζονική, τουλάχιστον για ανόητη.
«Οι άγραφοι νόμοι»
                Η αντιπαράθεση των δύο πρωταγωνιστών, Αντιγόνης και Κρέοντα, είναι χαρακτηριστική της σύγκρουσης των θεϊκών και των ανθρώπινων νόμων, αντίστοιχα. Παρουσιάζονται ως δύο κόσμοι διαφορετικοί μεταξύ τους, με αυτονομία κινήσεων και ισχύος. Ο άρχοντας Κρέοντας εμφανίζεται ως θεματοφύλακας των νόμων, προκειμένου να προφυλάξει την πόλη από τον κίνδυνο. Η Αντιγόνη επικαλείται τους άγραφους θεϊκούς νόμους οι οποίοι είναι αμετάβλητοι και έχουν αιώνια ισχύ με σκοπό να δικαιολογήσει την απόφασή της για την «παράνομη» ταφή του Πολυνείκη. Ως αποτέλεσμα επέρχεται μία σύγχυση σε σχέση με το αίσθημα του δικαίου και του σεβασμού που είναι αναγκαίο να διέπει τον άνθρωπο είτε ως άρχοντα είτε ως αρχόμενου.
                Όπως άλλες παραδοσιακές αντιλήψεις, έτσι και οι αντιλήψεις για τους άγραφους νόμους ήταν περισσότερο ισχυρές παρά σαφείς. Στην πράξη όμως πολλοί άνθρωποι του 5ου αιώνα μπορούσαν απλώς να διακρίνουν τους κανονικούς νόμους της πολιτείας από  τους άγραφους νόμους που αφορούν στη συνείδηση και το θρησκευτικό καθήκον. Στην καθημερινή ζωή οι άγραφοι νόμοι αναφέρονταν ειδικά στις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας. Για τον μέσο Αθηναίο οι άγραφοι νόμοι θα ήταν κανόνες πολύ παλιοί και με άγνωστη προέλευση, που προστάτευαν το θρησκευτικό τελετουργικό της οικογενειακής ζωής. Με τέτοιον τρόπο τους αντιμετωπίζει και η Αντιγόνη. Γι' αυτήν οι νόμοι έχουν εφαρμογή στον αδελφό της. Η ταφή του αποτελεί οικογενειακό καθήκον που οι θεοί απαιτούν. Παρουσιάζοντας την Αντιγόνη να εκθέτει με σαφήνεια την περίπτωσή της, ο Σοφοκλής προτάσσει για εξέταση δύο σημαντικά θέματα. Το πρώτο είναι πως οι θεοί απαιτούν γενικά την ταφή και πως καμιά εξαίρεση δεν επιτρέπεται, ακόμη και για τους προδότες. Μ' αυτό ο Σοφοκλής απευθύνεται στη συνείδηση, στα ενδόμυχα συναισθήματα για τις ιερές υποχρεώσεις που οφείλονται στον νεκρό. Κατά δεύτερο λόγο ο Σοφοκλής επιδεικνύει και τονίζει με έμφαση την πιθανή σύγκρουση ανάμεσα στα δύο είδη νόμου. Του ήταν εύκολο να εγκωμιάσει τους άγραφους νόμους ως το θεμέλιο της πολιτικής και της οικογενειακής ζωής. Όμως τι θα γινόταν αν η πολιτική εξουσία ενεργούσε εναντίον της;
«Η άρνηση του Κρέοντα να θάψει τον Πολυνείκη»
                Μια βασική αντίληψη εκείνη την εποχή ήταν ότι «η πόλη απαιτεί από τον πολίτη της ύψιστη νομιμοφροσύνη». Η άρνηση της ταφής φαίνεται ότι αποτελεί τη λογική συνέπεια αυτής της αντίληψης,εφόσον ο Πολυνείκης είναι αναμφισβήτητα προδότης. Επιπλέον, εφόσον είναι νεκρός, η μόνη τιμωρία που υπάρχει είναι η τιμωρία του πτώματός του και του πνεύματός του. Αυτή η τιμωρία θα εμποδίσει και άλλους ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Ωστόσο, με βάση τις αντιλήψεις μερικών εκείνης της εποχής, η κανονική διαδικασία στη μεταχείριση του Πολυνείκη θα ήταν «να επιτραπεί η ταφή του έξω από τα σύνορα της χώρας του». Αυτό, όμως , δεν το μνημονεύει ο Κρέοντας. ΄Η δεν το έχει σκεφτεί ή το σκέφτηκε και το απέρριψε. Η διαταγή λέει πως το σώμα του Πολυνείκη πρέπει να μείνει άταφο εκεί που βρίσκεται (στίχ. 29). Η τιμωρία αυτή που είναι μια τιμωρία του νεκρού άνδρα μετά το θάνατο είναι ασυνήθιστη και δε συμφωνεί με κάποιο έθιμο. Συμφωνεί μόνο με τις θεωρίες του Κρέοντα.     
 «Τι σήμαινε η άρνηση ταφής του Πολυνείκη»
                Τι σήμαινε η άρνηση του Κρέοντα να θάψει τον Πολυνείκη; Η ποινή είναι ακραία και φοβερή. Πίστευαν πως το πνεύμα του άταφου νεκρού περιπλανιόταν ανήσυχο και στερούνταν ακόμη και από τέτοιες ικανοποιήσεις που ένας νεκρός θά 'πρεπε να έχει. Όταν ο Αχιλλέας αφήνει στην Ιλιάδα (Ψ 71-74) τον Πάτροκλο άταφο, εμφανίζεται το φάντασμά του και ζητεί να τον θάψει αμέσως, γιατί, όσο είναι άταφος, πρέπει να είναι μακριά απ΄ τους άλλους νεκρούς και να περιπλανιέται μόνος έξω από τις πύλες του Άδη.Ακόμη, το να μην αποδοθούν οι καθιερωμένες τιμές στον τάφο ήταν μια σοβαρή υπόθεση, και η καλύτερη και η πιο συνηθισμένη ευχή των γονιών ήταν να ταφούν τα παιδιά τους. Αυτό σήμαινε πως κατά κάποιον τρόπο μετά τον θάνατο η αγάπη γι' αυτόν τον κόσμο επιζούσε. Ο νεκρός πρέπει να θάβεται, και ακόμη αυτό το καθήκον ανήκει πρωταρχικά στον πιο στενό συγγενή του. Αν η οικογένεια αμελούσε το καθήκον της, η ταφή αποτελούσε καθήκον του δήμου. Η γενική αναγνώριση του καθήκοντος αυτού φαίνεται από τη γιορτή της Δήμητρας στην Αθήνα, όταν έριχναν κατάρες σε όσους θα άφηναν ένα πτώμα άταφο. Γι' αυτό τον λόγο υπήρχαν ισχυρές θρησκευτικές δικαιολογίες. Καταρχήν πίστευαν πως η παρουσία του άταφου πτώματος μόλυνε τον ήλιο. Ύστερα πως η σωστή του θέση ήταν στη γη. Γι' αυτό οι Αθηναίοι έθαψαν του νεκρούς των Περσών στον Μαραθώνα, επειδή πίστευαν πως "το να καλύψουν το πτώμα του ανθρώπου με χώμα" ήταν "οπωσδήποτε ιερή πράξη" (Παυσ. 1.32.5). C. M. Bowra. Οι τραγωδίες του Σοφοκλή,Αντιγόνη και Φιλοκτήτης
Διαγραφή χαρακτήρων
                Η Αντιγόνη και η Ισμήνη είναι αδελφές με κοινή μοίρα (βαραίνει και τις δύο  η κατάρα των Λαβδακιδών), κοινές συμφορές, κοινά βάσανα και είναι αυτά που τις ενώνουν και δυναμώνουν τα αισθήματα στοργής ανάμεσά τους. Διακατέχονται ακόμα και οι δυο από το συναίσθημα της αγάπης προς το νεκρό και άταφο αδελφό τους, Πολυνείκη. Η σύγκρουσή τους, όμως, που επέρχεται λόγω της διαφορετικής στάσης την οποία κρατούν απέναντι στην ταφή του Πολυνείκη, οφείλεται στη διαφορά του ήθους τους και μέσα απ’ αυτή τη σύγκρουση διαγράφονται αποκαλυπτικά οι διαφορετικοί χαρακτήρες τους.
   Η Αντιγόνη : Το πένθος για το χαμό των αδελφών της και η βαθιά θλίψη της είναι γεγονός. Είναι όμως χαρακτήρας δραστήριος και επικοινωνιακός και δεν τις επιτρέπεται να ζει κλεισμένη στον εαυτό της και παραδομένη στο πόνο της ούτε στην άγνοια για όσα διαδραματίζονται στην πόλη. Εμφανίζεται ενημερωμένη έγκαιρα για το διάταγμα του Κρέοντα σχετικά με την απαγόρευση της ταφής του Πολυνείκη και για τις εξαγγελίες του σχετικά με την ποινή του παραβάτη αυτού του διατάγματος. Παρουσιάζεται από την πρώτη στιγμή ανήσυχη, ταραγμένη και αγανακτισμένη προς τον Κρέοντα και αποφασισμένη να πράξει αυτό που τις υπαγορεύει η συνείδησή της, να εκπληρώσει το χρέος της προς το νεκρό άταφο αδελφό της και τους θεϊκούς νόμους, παραβιάζοντας τα διατάγματα της εξουσίας, παρόλο που γνωρίζει ότι το τίμημα είναι η ίδια η ζωή. Εμπνέεται από ηθικές αρχές που προαπαιτούν ηρωισμό, τόλμη, εμμονή και αποφασιστικότητα σε σημείο που να κινδυνεύει να θεωρηθεί αλαζονική και αυτό γιατί ανυψώνεται πέρα από τα όρια της γυναικείας φύσης, όπως αυτή προδιαγράφεται την εποχή της. Στα σχέδιά της και στις αποφάσεις της θέλει συνεργό την αδελφή της και, όταν εκείνη αρνείται τη σύμπραξή της, δε διστάζει να την αντιμετωπίσει προσβλητικά, απότομα, ψυχρά και να δείξει μια στάση σκληρή και εχθρική απέναντί της.
   Η διαφορετική στάση πάνω στο κοινό τους πρόβλημα οφείλεται στο γεγονός ότι η ηθική συνείδηση της Αντιγόνης είναι υπερατομική και την οδηγεί στη δράση, στον ηρωισμό του καθήκοντος, ενώ της Ισμήνης είναι απλή διάθεση ψυχής που υποτάσσεται στις απειλές του φόβου και την οδηγεί στην απραγμοσύνη και στη λογική της αυτοσυντήρησης. Η Αντιγόνη είναι φύση ενεργητική, αντίθετα η Ισμήνη είναι φύση παθητική. Η καθεμιά ζει από διαφορετικό πρίσμα το ίδιο συναίσθημα, την αδελφική αγάπη και το ίδιο χρέος απέναντι στους θεϊκούς νόμους.
                 Ο Σοφοκλής παρουσιάζει στον πρόλογο το ένα από τα δύο κεντρικά πρόσωπα της τραγωδίας, την Αντιγόνη (το άλλο είναι ο Κρέοντας, που δεν εμφανίζεται, αλλά προοικονομείται ο ερχομός του.  Παρουσιάζεται ως ο ισχυρός άνθρωπος που πιστεύει εγωιστικά στην εξουσία του νόμου, του κράτους, που αγνοεί το θείο δίκιο και το ανθρώπινο συναίσθημα συμπάθειας ή αγάπης προς το συνάνθρωπο) και παράλληλα με μεγάλη ευστοχία παρουσιάζει και την Ισμήνη. Η Αντιγόνη είναι πλασμένη για ηρωισμούς, η Ισμήνη κινείται στα μέτρα του κοινού ανθρώπου. Στόχος του Σοφοκλή είναι μέσα από την απαράμιλλη τεχνική που τον διακρίνει, με τη χτυπητή αντίθεση των δύο αυτών χαρακτήρων να τονίσει περισσότερο και να φωτίσει το φρόνημα της ηρωίδας του, της Αντιγόνης, και να δείξει την απόσταση που τη χωρίζει από τον κοινό άνθρωπο.
                   Με τη διαγραφή των αντίθετων χαρακτήρων υπαγορεύεται η διαφορετική στάση πάνω στο ζήτημα της ταφής, και έτσι μας δίνεται στον πρόλογο η «πεισματική εμμονή» της Αντιγόνης και η σταθερή απόφαση να επιτελέσει το σκοπό της, πράγμα που αποτελεί μια από τις βασικές δραματικές αιτίες για την προώθηση και εξέλιξη του έργου. Ακόμα μέσα από τη διαφορετική στάση απορρέει και η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο αδελφές και κατά προέκταση η απομόνωση της Αντιγόνης στο βαρύ καθήκον που αναλαμβάνει , και έτσι η τραγωδία αποκτά από την αρχή το έντονο ενδιαφέρον του θεατή και την ανάλογη αγωνία του για την τύχη της Αντιγόνης.
Επιχειρήματα Αντιγόνης
1. Είναι ωραίο να πεθαίνει κάποιος, πραγματοποιώντας το χρέος.
2. Η πράξη που σχεδιάζει είναι όσια και εξασφαλίζει την αγάπη του αδερφού της.
3. Η  μετά θάνατο ζωή διαρκεί περισσότερο και γι΄αυτό προτιμά να ΄ναι περισσότερο αρεστή στους νεκρούς παρά στους ζωντανούς.
4. Αν δεν εκτελέσει το καθήκον της προς τον αδερφό της, θα περιφρονήσει τους νόμους των θεών.
Επιχειρήματα Ισμήνης
1.  Λόγω των συμφορών του πατέρα,της μάνας και των αδερφών κινδυνεύουν να βρουν και αυτές «άσχημο θάνατο».
2. Είναι γυναίκες και δεν μπορούν να τα βάλουν με τους άντρες.
3. Πρέπει να υποτάσσονται, γιατί εξουσιάζονται από δυνατότερους.
4. Η πράξη αυτή στερείται λογικής και σύνεσης.
Δραματική λειτουργία του προλόγου
-Μας δίνεται ο σκηνικός χρόνοςν νυκτ τ νν») και δραματικός χρόνος ( το τέλος μιας φοβερής μάχης, μετά την εκστρατεία των επτά εναντίον της Θήβας -θηβαϊκός κύκλος) και ο σκηνικός χώρος του έργου: Το σκηνικό παριστάνει το βασιλικό ανάκτορο των Θηβών κατά την αυγή, λίγο πριν χαράξει. Οι τρεις πύλες του αποτελούσαν το βάθος της σκηνής (η μια ήταν βασιλική πύλη). Η αριστερή πάροδος αποτελούσε τον υπαίθριο χώρο, το πεδίο της μάχης. Η δεξιά πάροδος οδηγούσε στην ίδια την πόλη. Την προηγούμενη νύχτα είχε συντελεστεί η μονομαχία και τα δύο αδέρφια είχαν αλληλοσκοτωθεί. Η Αντιγόνη απευθύνεται στην αδερφή της Ισμήνη. Και οι δυο είναι μαυροφορεμένες.
-Παρουσιάζεται ένα από τα δυο κεντρικά πρόσωπα (Αντιγόνη), πλάι στο δευτερεύον (για το δράμα) πρόσωπο της Ισμήνης, η οποία, λόγω του αντίθετου χαρακτήρα της, συντελεί στο να φωτιστεί πιο ξεκάθαρα ο χαρακτήρας της Αντιγόνης.
-Προωθείται η πλοκή του μύθου (της υπόθεσης): γίνεται  γνωστό το διάτγμα του Κρέοντα,που είναι η αιτία που πυροδοτεί τη δράση του έργου.
-Πρώτη σύγκρουση Αντιγόνης – Ισμήνης.
-Στοιχεία θεατρικής οικονομίας: στ. 33- 34 προοικονομούν την άφιξη του Κρέοντα//στ. 69- 70 προοικονομούν τη δεύτερη σύγκρουση Αντιγόνης-Ισμήνης//στ.45- 46, 71- 72, 80- 81, 91 :δηλώνεται η αμετάκλητη απόφαση της Αντιγόνης
-Διαγράφεται το ήθος των δυο αδελφών: ήδη από την τυπική προσφώνηση στην Αντιγόνη, η Ισμήνη παρουσιάζεται συγκρατημένη, γεμάτη προφυλάξεις. Γενικά, ο  λόγος της Ισμήνης είναι ψυχρά ισόρροπος και μετρημένος, διακρίνεται  από μια φιλήσυχη ουδετερότητα απέναντι στην αγωνιστική ανησυχία.Η προσφώνηση της Αντιγόνης προς την Ισμήνη είναι εγκάρδια, αδερφική, δείχνει πόσο αχώριστα δεμένη νιώθει η Αντιγόνη προς αυτήν. Σε όλη τη διάρκεια του προλόγου, η Αντιγόνη νιώθει πολύ αναστατωμένη, δοκιμάζεται από ένα πλήθος ερωτημάτων.
 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Στχοι :21 – 38
1. Πς κρνετε την τιμωρα με την οποα ο Κρων ως πολιτικς ηγτης απειλε τους παραβτες των διαταγν του, πως παρουσιζει την τιμωρα αυτ η Αντιγνη;
2. Να εντοπσετε και να ονομσετε τσσερα διαφορετικ σχματα λγου απ αυτ που περιχονται στους στχους 21-30.
3. Στους στχους 26-30 η Αντιγνη πληροφορε την Ισμνη για την απφαση του Κροντα να στερσει τις νεκρικς τιμς απ τον Πολυνεκη. Διαβζοντας το κεμενο από μετάφραση (στχοι 198-210) , να αποδσετε με δικ σας λγια το σκεπτικ που αναπτσσει ο διος ο Κροντας για την απφασ του αυτ.
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1. Ένα μέρος των θεατών θα αντιλαμβανόταν τα αισθήματα της Αντιγόνης (π.χ. ότι η Αντιγόνη συναισθάνεται από ένστικτο πως η ταφή του αδελφού της είναι ιερό καθήκον της, γιατί τιμά ιερούς οικογενειακούς θεσμούς, ότι είναι δίκαιη η απόφασή της και ότι μ’ αυτή την πράξη θα έδειχνε τη μεγάλη αγάπη προς τον αδελφό της και συγχρόνως θα τον ευχαριστούσε.) και θα συμφωνούσε εξαιτίας των πεποιθήσεών του πως ο νεκρός πρέπει να θάπτεται κι ακόμη πως αυτό το καθήκον ανήκει πρωταρχικά στον πιο στενό συγγενή του. (βλ. και ερώτηση 3).
                 Ένα άλλο μέρος των θεατών θα ήταν προκατειλημμένο απέναντι στην Αντιγόνη. Και τούτο, γιατί η Αντιγόνη παίρνει μόνη της την απόφαση ν’ αψηφσει το νόμο ή ό,τι τουλάχιστον θεωρούνταν πως ήταν νόμος. Ως γνωστό οι Έλληνες, επειδή οι πολιτικές τους ελευθερίες ήταν στενά δεμένες με την ύπαρξη των νόμων, εύλογα υπερηφανεύονταν γι’ αυτούς. Γι’ αυτό ο σεβασμός στους νόμους ήταν απεριόριστος στην Αθήνα. Επομένως ένα ακροατήριο Αθηναϊκό που τηρούσε τους νόμους θα θεωρούσε την Αντιγόνη αλαζονική, ή τουλάχιστον ανόητη. Γιατί η Αντιγόνη αψηφώντας όλες τις καθιερωμένες αντιλήψεις βάζει τον εαυτό της πάνω από το νόμο του Κρέοντα και ισχυρίζεται πως ξέρει καλύτερα τι είναι δίκαιο. Και αυτό είναι επικίνδυνο για τον καθένα και ιδιαίτερα επικίνδυνο για μια γυναίκα.
                 Ήταν δύσκολο οι ακροατές εκείνης της εποχής να δεχθούν ένα τόσο τολμηρό και αποφασιστικό ρόλο που έδωσε ο Σοφοκλής σε μια γυναίκα. Σίγουρα η καινοτομία αυτή του Σοφοκλή θα ταρακούνησε τους ακροατές και κάποιες συμβατικές αντιλήψεις. Η αντίληψη του Αριστοτέλη (βλ. πολιτ. 1260, α 22 και ποιητική 1454, α 20) ότι «ήταν αταίριαστο για μια γυναίκα να είναι γενναία σε μια τραγωδία» δεν ήταν μια προκατάληψη του φιλοσόφου, αλλά μια στάση της ζωής των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Έτσι, θα υπήρχε κάποια δυσπιστία του ακροατηρίου (του κοινού), επειδή η Αντιγόνη έκανε κάτι τολμηρό και επικίνδυνο για μια γυναίκα, με το να αψηφήσει τις παραπάνω καθιερωμένες αντιλήψεις. Η βασική αντίληψη ήταν «η γυναίκα είναι κατώτερη από τον άντρα μέσα σε μια καθαρώς ανδροκρατούμενη κοινωνία, που η θέση της ήταν μέσα στο σπίτι και όχι στην αγορά και που έπαιζε το ρόλο της παιδοποιητικής μηχανής για νόμιμους απογόνους».
2.
R  το σχήμα καθ’ όλον και μέρος (νν τ κασιγντω Κρων τν μν προτσας, τν δ τιμσας χει) είναι ενδεικτικά της συναισθηματικής της έντασης.
R  Η ειρωνεία (τν γαθν Κροντα)δείχνει την απέχθεια και η οργή της απέναντι στη διαταγή του Κρέοντα
R  Σχήμα υπαλλαγής( τν δ θλως θανντα Πολυνεκους νκυν)
R  Η διατύπωση της διαταγής με θετικό και αρνητικό τρόπο (μη καλύψαι μηδέ κωκσαι, άν δέ), το πρωθύστερο σχήμα (καλύψαι, κωκσαι) τονίζουν το «ρητό» της διαταγής και δείχνουν την ταραχή της Αντιγόνης
R  Ασύνδετο (ἐᾶν δ κλαυτον, ταφον, οωνος γλυκν θησαυρν εσορσι πρς χριν βορς)και οι παραστατικές εικόνες των πεινασμένων πουλιών, του πτώματος που κείται άταφο αισθητοποιούν τη συμφορά και δικαιολογούν τον ψυχικό πόνο της ηρωίδας. Η έκταση της αναφοράς στο Πολυνείκη σε πέντε στίχους και στον Ετεοκλή (3 στίχους) δείχνει πως το ενδιαφέρον στρέφεται και το βάρος πέφτει στον πρώτο ( απόδειξη ταραχής της Αντιγόνης).
R  Αντίθεση (εγενς -κακ).
R  Πλεονασμός (δημλευστον ν πλει// σν δκης  δικαίᾳ)
3. Ο Κρέοντας αντιμετωπίζει τους δύο αδελφούς με διαφορετικό τρόπο. Και αυτός ο διαφορετικός τρόπος δικαιολογείται από το ότι ο Κρέοντας τον Ετεοκλή επίσημα τον αναγνώρισε ως ήρωα που υπερασπίστηκε την πατρίδα, και γι’  αυτό του φέρθηκε σύμφωνα με το δίκαιο και το νόμο να θαφτεί με τιμές (βλ. στίχ. 23-24 : σύν δίκ χρησθείς δικαί καί νόμ = του φέρθηκε με δίκαιη κρίση και σύμφωνα με τη θρησκευτική συνήθεια, γιατί έπεσε πολεμώντας για την πατρίδα του). Επίσης την τιμή της ταφής την είχε ζητήσει ο ίδιος ο Ετεοκλής από τον Κρέοντα πριν από τη μονομαχία με τον αδελφό του. Ενώ τον Πολυνείκη τον θεώρησε προδότη, γιατί στράφηκε εναντίον της ίδιας του της  πατρίδας, και  επομένως έβγαλε διαταγή , που απαγόρευε την ταφή του, σύμφωνα με τη φράση που εξέφραζε την ηθική εκείνης της εποχής: « φίλει τόν φιλοντα καί μίσει τόν μισοντα»  (= Να αγαπάς αυτόν που σ’  αγαπά και να μισείς αυτόν που σε μισεί), εκδικούμενος έτσι τον εχθρό του. Είναι συνεπώς ο Πολυνείκης ένας πολιτικός εγκληματίας, ένας προδότης αλλά και αδελφοκτόνος.
                Μια βασική αντίληψη εκείνη την εποχή ήταν ότι «η πόλη απαιτεί από τον πολίτη της ύψιστη νομιμοφροσύνη». Η άρνηση της ταφής φαίνεται ότι αποτελεί τη λογική συνέπεια αυτής της αντίληψης. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει πολύ εύκολα, εφόσον ο Πολυνείκης είναι αναμφισβήτητα προδότης. Επιπλέον, εφόσον είναι νεκρός, η μόνη τιμωρία που υπάρχει είναι η τιμωρία του πτώματός του και του πνεύματός του. Έτσι, αν το σώμα του κατασπαραχθεί από τα αρπαχτικά όρνια και το πνεύμα του αποκλειστεί από την παρηγοριά που ο τάφος προσφέρει, θα υποφέρει. Αυτή η τιμωρία θα εμποδίσει και άλλους ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Επίσης με βάση τις αντιλήψεις μερικών εκείνης της εποχής, η κανονική διαδικασία στη μεταχείριση του Πολυνείκη θα ήταν «να επιτραπεί η ταφή του έξω από τα σύνορα της χώρας του». Αυτό, όμως , δεν το μνημονεύει ο Κρέοντας. ΄Η δεν το έχει σκεφτεί ή το σκέφτηκε και το απέρριψε. Η διαταγή λέει πως το σώμα του Πολυνείκη πρέπει να μείνει άταφο εκεί που βρίσκεται (στίχ. 29).
                Η τιμωρία αυτή που είναι μια τιμωρία του νεκρού άνδρα μετά το θάνατο είναι ασυνήθιστη και δε συμφωνεί με κάποιο έθιμο. Συμφωνεί μόνο με τις θεωρίες του Κρέοντα. Αν, όμως λάβουμε υπόψη τον Πλάτωνα που υποστηρίζει ότι «όσοι είναι ασεβείς, ιερόσυλοι και πατροκτόνοι πρέπει να ρίχνονται άταφοι έξω από τη χώρα τους», μπορούμε να επικαλεστούμε αυτή την άποψη, για να υποστηρίξουμε την απόφαση του Κρέοντα, αφού ο Πολυνείκης θεωρείται τέτοιου είδους εγκληματίας, αφού  πρόδωσε την πατρίδα του. Η στάση αυτή του Κρέοντα είναι ασυνήθιστη,έχει κάποια λογική κι οι ακροατές θα έβλεπαν πως αντιμετωπίζει τον προδότη πολύ σοβαρά και θέλει να τον τιμωρήσει με την πιο μεγάλη αυστηρότητα. Οι θεατές στην αρχή του δράματος θα μπορούσε να απατηθούν, νομίζοντας ότι σ’ αυτή την ειδική περίπτωση επιτρέπεται εξαίρεση στο καθολικό έθιμο της ταφής ή τουλάχιστον ότι ο Κρέοντας έχει το δικαίωμα να κάμει ό,τι νομίζει πως ταιριάζει στην περίπτωση.
 
Στίχοι :58-77
1.                Με βάση τα στοιχεία των στίχων 58-64 να παρουσιάσετε την επιχειρηματολογία με την οποία η Ισμήνη καταλήγει στην απόφασή της να μη συμπράξει με την Αντιγόνη στην ταφή του Πολυνείκη.
2.                Έχει λεχθεί ότι "το μεγαλείο των ηρώων του Σοφοκλή (μεταξύ άλλων) βρίσκεται και στη συναίσθηση ότι αυτοί εκτελούν το καθήκον τους, ακόμη κι αν τους απαρνούνται όλοι". Επικαλούμενοι συγκεκριμένα στοιχεία των στίχων 69-77, να τεκμηριώσετε τη συμφωνία ή τη διαφωνία σας με την άποψη αυτή.     
3.                σ κκιστ᾿ λομεθ(α)... κρτη παρξιμεν: Στους στίχους αυτούς (59-60) η Ισμήνη πιστεύει ότι αυτή και η αδελφή της απειλούνται με ατιμωτικό θάνατο, αν παραβιάσουν την απόφαση του Κρέοντα. Με βάση το μεταφρασμένο κείμενο που ακολουθεί (στίχοι 594-603), να εντοπίσετε και να σχολιάσετε αντίστοιχα την αιτία στην οποία ο χορός αποδίδει: α)  τις συμφορές του οίκου των Λαβδακιδών και β) την επαπειλούμενη εξόντωση της Αντιγόνης και της Ισμήνης.
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
Β1.
                    Στους προηγούμενους στίχους (στ. 49 - 57) η Ισμήνη έχει αναφερθεί στις συμφορές που ενέσκηψαν στην οικογένειά τους,ασκώντας ψυχολογική πίεση, προκειμένου να κάμψει τηνΑντιγόνη και να την αποτρέψει από την απόφασή της να προβεί στην ταφή του Πολυνείκη. Περιληπτικά, το συγκεκριμένοεπιχείρημα μπορεί να δοθεί ως εξής : υπενθύμιση του οδυνηρού παρελθόντος της οικογένειας, και έχει τρεις πτυχές : α) ο πατέρας χάθηκε αυτοεξόριστος, αφού πρώτα αυτοτυφλώθηκε μετά τηναποκάλυψη των αμαρτιών του, β) η μητέρα και γυναίκα του απαγχονίστηκε, γ) οι δυο αδελφοί αλληλοφονεύτηκαν.
                    Στη συνέχεια του μονoλόγου της η ηρωίδα αφήνει πίσω της τη χρονική βαθμίδα του παρελθόντος και έρχεται στο παρόν ·η Ισμήνη με τρυφερότητα και αγωνία υπενθυμίζει την τωρινή κατάσταση στην αδελφή της, επισημαίνει ότι έχουν απομείνει μόνες και με αβέβαιο το μέλλον τους στη ζωή (μνα δ ν λελειμμνα) και την καλεί (σκόπει : ικετευτική προστακτική) να αναλογιστεί τη δυστυχία τους και τις συνέπειες που θα έχει η παράβαση της διαταγής του άρχοντα (κάκιστα λούμεθα < το κάκιστα μάλιστα υποδηλώνει τον ατιμωτικό θάνατο με δημόσιο λιθοβολισμό). Προτείνει έμμεσα στην αδελφή της το συμβιβασμό με τη δυστυχία, τη συμβίωση με τον πόνο και καταλήγει με τοσυμπέρασμα ότι έχουν την υποχρέωση να είναι προσεκτικές,ευπειθείς και υπάκουες στο νόμο, για να μην έχουν κι αυτές τηνίδια τύχη με τα άλλα μέλη της οικογένειάς τους. Η συσσώρευση και ο πλεονασμός εννοιών (ε νμου βίᾳ ψφον τυρννων κρτη παρξιμεν) δηλώνει και το μέγεθος μιας ενδεχόμενης παράβασης, αλλά και τις βαρύτατες συνέπειες  για τον παραβάτη.Ο πληθυντικός «τυράννων … κράτη» εξαίρει τη δύναμη του βασιλιά και απογυμνώνει στα μάτια των θεατών το δειλό και απράγμονα χαρακτήρα της Ισμήνης. Περιληπτικά το πρώτο επιχείρημα του αποσπάσματος (στ. 57 - 60) μπορεί να αποδοθεί ως εξής : η τωρινή κατάσταση (ορφάνια και άδηλο μέλλον)επιβάλλει το συμβιβασμό και τη σύνεση και απαγορεύει την παράβαση βασιλικών διαταγών που τιμωρείται με θάνατο.
                    Το δεύτερο επιχείρημα της Ισμήνης (στ. 61 - 62) μπορεί να θεωρηθεί, αν όχι λογικό, τουλάχιστον λογικοφανές : οι δύο αδελφές, ως γυναίκες, δεν έχουν τις φυσικές (σωματικές καιπνευματικές) δυνάμεις, για να αναμετρηθούν με άνδρες(μαχουμένα : τελική μετοχή). Η Ισμήνη ομολογεί με ειλικρίνεια ότι δεν έχει τη δύναμη να ξεπεράσει τη φύση της και προσπαθείνα νουθετήσει και την Αντιγόνη, προβάλλοντας ιδέες που αντανακλούν το πνεύμα της εποχής και δείχνοντας τον απόλυτοσυμβιβασμό της μ’ αυτές. Η γυναικεία φύση υποτάσσεται και πρέπει να υποτάσσεται στην ανδρική : οι γυναίκες δε διαθέτουν τη δύναμη της προσωπικότητας που πρέπει να έχουν, αν θέλουν να εξουδετερώσουν τη θέληση και την ισχύ των ανδρών.
                    Γενικότερα, η θέση της γυναίκας στην αρχαία ελληνική κοινωνία ήταν σαφώς κατώτερη από αυτή του άνδρα, καθώς ήταν αποκλεισμένη από όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής,απομονωμένη στο γυναικωνίτη με την υποχρέωση να φροντίζει τα ζητήματα του σπιτιού. Στην εποχή της βασιλείας ακόμα και  οι βασίλισσες (όπως η Πηνελόπη) ζούσαν περιορισμένες και τα ήθη δεν άλλαξαν ούτε και με τη μετάβαση στο δημοκρατικό καθεστώς΄ η γυναίκα παρέμενε κάτω από την κηδεμονία, είτε του πατέρα,είτε του συζύγου, έπρεπε να περνά απαρατήρητη και να μη δίνει καμιά αφορμή για σχόλια σε βάρος της. Αν και δεν της αναγνωριζόταν κανένα δικαίωμα, εντούτοις η προσφορά της στη διαχείριση και κατανομή εργασιών και αγαθών του νοικοκυριού υπήρξε σπουδαία και ως μητέρα ήταν πάντα ένα αξιοσέβαστο πρόσωπο (όπως η Εκάβη). Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις που μαρτυρείται ιστορικά ότι μια γυναίκα μπορούσε να επαναστατεί και να τυραννάει τον άνδρα της με καβγάδες, φλυαρίες και βρισιές · ένας τέτοιος άτυχος σύζυγος υπήρξε και ο φιλόσοφοςΣωκράτης, ο οποίος γνώρισε από τη γυναίκα του, την Ξανθίππη,όλα τα βάσανα της συζυγικής ζωής. Εφόσον αυτή ήταν η θέση της γυναίκας, το επιχείρημα της Ισμήνης ισχυροποιείται : η δύναμη του πιο δυνατού (σ’ αυτή την περίπτωση : του άνδρα) επιβάλλει τη συμμόρφωση προς εντολές και διαταγές, τις οποίες οι αδύναμοι είναι υποχρεωμένοι να αποδεχτούν ακόμα κι αν διαφωνούν. Περιληπτικά, το δεύτερο κατά σειρά επιχείρημα (στ.61 - 62) μπορεί να δοθεί ως εξής : Η γυναικεία φύση δεν μπορεί να αντιμάχεται και να εναντιώνεται στη θέληση των ανδρών (:σαφής έκφραση του πατριαρχικού δικαίου).
             Η Ισμήνη ως τρίτο επιχείρημα προβάλλει (στ. 63 - 64) την υποταγή που πρέπει να επιδεικνύουν οι πολίτες στις εντολές των αρχόντων, είτε αυτές είναι δίκαιες, είτε άδικες · χαρακτηρίζει στην προκειμένη περίπτωση την απαγόρευση του Κρέοντα ως πράξη σκληρή, αλλά επισημαίνει ότι πρέπει η υπακοή να είναι δεδομένη ακόμα και για σκληρότερες διαταγές (κα τατ κοειν κτι τνδ λγονα).Χαρακτηριστική είναι και η χρήση του πληθυντικού (κρεισσόνων), με την οποία η Ισμήνη εξαίρει την παντοδυναμία της βασιλικής εξουσίας, ώστε να παρουσιάσει δικαιολογημένη τη δική της δειλία και την υποτελή και αναξιοπρεπή στάση απέναντι σε ανίερες και ανάρμοστες για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια διαταγές. Γενικότερα, η Ισμήνη συγκινεί με την ειλικρίνειά της αλλά ο συμβιβασμός και η δειλία της προκαλούν εύλογα τη διαμαρτυρία. Πάσχει από έλλειψη ηθικού αναστήματος, δεν μπορεί να προβάλει αντίσταση στην εξόφθαλμα άδικη στάση του Κρέοντα απέναντι στον αδερφό τηςτον Πολυνείκη, παραιτείται από κάθε δικαίωμα που επιβάλλει η αδελφική αλληλεγγύη και δέχεται με ηττοπάθεια και μοιρολατρία μια ζωή που άλλος προκαθορίζει. Δεν έχει διάθεση για αγώνα, δεν είναι ο τύπος του επαναστάτη και φαίνεται να μην έχει συνειδητοποιήσει ότι η πάλη απέναντι στην αδικία καταξιώνει το άτομο ανεξάρτητα από το αποτέλεσμά της. Όταν ο ήρωας υποκύπτει στον αγώνα του απέναντι σε «κρείσσονες»αντιπάλους, κερδίζει την αξιοπρέπεια και την τιμή, διότι αντιστάθηκε στην αυθαιρεσία και ξεπέρασε το φόβο που εμπνέει η αλαζονεία και η υπεροχή των ισχυρών. Η Ισμήνη είναι μια αντιηρωική φιγούρα χωρίς πνευματικά εφόδια και ιδιαίτερεςαρετές, είναι εκπρόσωπος της συνηθισμένης γυναίκας της εποχήςτης. Περιληπτικά, το τρίτο επιχείρημα (στ. 63 g 64) μπορεί να δοθεί ως εξής : Αναγνώριση της ανωτερότητας του βασιλιά &πειθήνια υποταγή στα κελεύσματα των αρχόντων.__
Β.2.
             Ο αντίλογος της Αντιγόνης στα επιχειρήματα, με τα οποία η Ισμήνη επιχείρησε να ανατρέψει την πρόθεσή της να θάψει τονΠολυνείκη, θα καταδείξει το ηθικό μεγαλείο της και θα επιφέρει την άμεση ρήξη ανάμεσα στις δύο αδελφές, καθώς η επαναστατική φύση της ηρωίδας αντιστρατεύεται με σκληρότητα και πείσμα τη δειλία της αδελφής της · έχει πλήρη συναίσθηση  ότι η ίδια εκτελεί το καθήκον της, ακόμη κι όταν η ίδια της ηαδελφή την απαρνείται σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή που έχειαπόλυτη ανάγκη τη στήριξή της, γι’ αυτό και τα όσα θακαταθέσει στο μονόλογό της είναι απτή απόδειξη της ανώτερης ηθικής ποιότητας του χαρακτήρα της.
    Η Αντιγόνη παρακολούθησε με απάθεια την απέλπιδα προσπάθεια της Ισμήνης να την μεταπείσει, γι’ αυτό και η αντίδρασή της (σκόπιμη είναι και η επανάληψη «» : συσσώρευση αρνήσεων) δείχνει ψυχρότητα και αδιαφορία,καθώς είναι ενοχλημένη τόσο από την έμμεση άρνηση τηςαδελφής της να βοηθήσει στην ταφή τουΠολυνείκη όσο και από την απόπειρά της να της αλλάξει την απόφαση. Δέχεται με καρτερικότητα και στωικότητα την επιλογή της αδελφής της και δηλώνει με αξιοπρέπεια ότι απαξιoί να την παρακαλέσει μεπερισσότερη επιμονή να συμμετάσχει σε κάτι που η ίδια θεωρεί ιερό καθήκον απέναντι στο νεκρό αδελφό. Τα όσα είπε η Ισμήνητην καθιστούν πλέον persona non grata στην αδελφή της και ανεπιθύμητο βοηθό στο έργο της ταφής (χαρακτηριστική είναι η variatio των ρημάτων «πρσσειν, μο γ ν δως δρης»), που απαιτεί εκούσια προσφορά, αλτρουισμό και αυτοθυσία.
     Με το στίχο 69 αρχίζει ο αντίλογος της Αντιγόνης στις «συνταγές» υπακοής που συστήνει η Ισμήνη και η αντίκρουση των απόψεών της με πρώτο μέσο στο μονόλογό της την επίθεση εναντίον της αδελφής της και την έντονη  κατάκριση των απόψεών της.Στη συνέχεια (στ. 71 - 72) το ύφος της Αντιγόνης αλλάζει,γίνεται αυστηρότερο (λλ σθ) και η περιφρονητική ειρωνεία της(ποῖά σοι δοκεῖ) είναι η σκληρή απάντηση στις προηγούμενες συμβουλές της Ισμήνης [φρόνησον (στ. 49) … σκόπει (στ. 58) …λλ ννοεν χρ τοτο μν γυναχ τι (στ. 61)] · ταυτόχρονα ισχυροποιεί τη δική της θέση και, με μια λιτή διατύπωση τριών μόνο λέξεων (κενον δ γθψω·), αποκαλύπτει με παρρησία την απόφασή της να εκπληρώσει τα ταφικά καθήκοντα προς τον Πολυνείκη. Αξιολογεί την ταφή του αδελφού της ως «καλόν», εφόσον μια τέτοια πράξη συμφωνεί με τις ηθικές αξίες και τα κριτήρια που ηίδια θέτει ως modus vivendi για τον εαυτό της · έχει συναίσθησητων συνεπειών της πράξης της και αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια και ηθικό μεγαλείο το ενδεχόμενο της ποινής του θανάτου(θανεν) που συνεπάγεται η παραβίαση των εντολών του Κρέοντα, δείχνοντας θάρρος, αποφασιστικότητα και ηρωισμό. Το δεύτερο μέσο που χρησιμοποιεί για να ανατρέψει ταεπιχειρήματα της Ισμήνης είναι η δική της προσωπική άποψη στο ζήτημα της ταφής, την οποία θεωρεί τιμητική πράξη ανεξάρτητα από το κόστος και τις συνέπειες (δηλαδή τον ατιμωτικό θάνατο).
                    Η ακράδαντη πίστη της Αντιγόνης (στ. 73 - 75) στην αιωνιότητα της μεταθανάτιας ζωής ισχυροποιεί και τις ελπίδεςπου τρέφει ότι η αγάπη της προς τον αδελφό της θα συνεχιστείκαι μετά το φυσικό θάνατό τους. Η επανάληψη «φίλη … φίλου» πιστοποιεί τα γνήσια φιλάδελφα αισθήματα της ηρωίδας. Με τοεντυπωσιακό οξύμωρο σχήμα «σια πανουργήσασα» (πρβλ.«Ελεύθεροι Πολιορκημένοι») η Αντιγόνη υπονοεί ότι παραβαίνει ένα νόμο, για να πειθαρχήσει σε άλλο δίκαιο · πιο συγκεκριμένα,ενώ για τον Κρέοντα ο ενταφιασμός του νεκρού είναι έγκλημα(πανουργήσασα), για την Αντιγόνη είναι άγραφος νόμος, όσια και καθαγιασμένη πράξη (σια), γι’ αυτό και επιλέγει να εγκληματήσει παρακούοντας τη διαταγή του βασιλιά. Στις δύο αυτές λέξεις λανθάνει και η κεντρική ιδέα του όλου έργου, η σύγκρουση δηλαδή του θείου με το ανθρώπινο δίκαιο και η στάση που πρέπει να τηρεί ο άνθρωπος, όταν πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στα δύο. Στη φράση της Αντιγόνης «πε πλεων χρνος ν δε μ ρσκειν τος κτω τν νθδε» λανθάνει για την ηρωίδα η μεγάλη αλήθεια ότι η ζωή στον κάτω κόσμο είναι αιώνια, ενώ πάνω στη γη είναι πρόσκαιρη, και επιβεβαιώνεται η άποψη ότι οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν στην αθανασία της ψυχής και στη μεταθανάτια ζωή.Στους επόμενους στίχους (στ. 76 - 78) η φράση «κε γρ αε κεσομαι κείσομαι» συνεχίζει το νόημα της προηγούμενης πρότασης και παρουσιάζει την Αντιγόνη να συμφωνεί με τη λαϊκή, μεταφυσική αντίληψη της εποχής της, που ήθελε τον Άδη χώρο προορισμένο για τη συνέχεια της ύπαρξης, εκεί όπουοι άνθρωποισυναντούν τους αγαπημένους τους νεκρούς και αναπαύονταιαιώνια μαζί, όπως και στη ζωή. Η πίστη της Αντιγόνης στην αιωνιότητα, ενδυναμώνει την ηρωίδα στην απόφασή της νασυγκρουστεί με το νόμο του Κρέοντα και ενισχύει την αυτοθυσία της με την προσδοκία της μεταθανάτιας αιώνιαςδικαίωσης για την επιλογή της.
    Για να ξεπεράσει την κωλυσιεργία της Ισμήνης, διατείνεται με βεβαιότητα ότι όταν πεθάνει θα είναι αγαπημένη κοντά στους αγαπημένους της και ταυτόχρονα υπαινίσσεται ότι οι νεκροί δε θα δείξουν κατανόησηγια τη συμμόρφωση της Ισμήνης με το ανθρώπινο δίκαιο, η οποία αποδίδοντας σεβασμό σε κάτι το εφήμερο θα αντιμετωπίσει, όταν
πεθάνει, τη «μήνι» των νεκρών της συγγενών.Τελειώνοντας τον απαντητικό της μονόλογο (στ. 76 - 77) ηΑντιγόνη επιλέγει τη μορφή της υπόθεσης (ε" δοκε3) με απόδοσητην περιφραστική προστακτική Παρακειμένου (τιμάσασα χε),που αφαιρεί τη βαρύτητα από την κατηγορία για ατιμία που στην Ισμήνη και ελέγχει με συγκρατημένο τρόπο τηνπεριφρόνηση που δείχνει η αδελφή της στις θείες εντολές.Χαρακτηριστικό το σχήμα αντίθεσης «σο δ, ε δοκε, τ τν θεν ντιμ τιμσασ χε». Η Αντιγόνη για να ανατρέψει τα επιχειρήματατης Ισμήνης πρεσβεύει με ηρωισμό την ανυπακοή στουςεφήμερους κρατικούς νόμους και την πειθαρχία στους αιώνιουςκαι απαρασάλευτους άγραφους θεϊκούς νόμους.

Β.3.
Η Ισμήνη στους στίχους 59 - 60 πιστεύει ότι αυτή και η αδελφή της απειλούνται με ατιμωτικό θάνατο, αν παραβιάσουν την απόφαση του Κρέοντα.
(α) Στη συγκεκριμένη αντιστροφή α΄ ο χορός επισημαίνει ότι οι αλλεπάλληλες συμφορέςπου βαρύνουν τον οίκο των Λαβδακιδών είναι απότοκο της κληρονομικής κατάρας πουβαρύνει την οικογένεια τουΟιδίποδα και κληροδοτείται απόγενιά σε γενιά στα πλαίσια της ρήσης «αμαρτίαι γονέωνπαιδεύουσι τέκνα». (Βλ. Ο Μύθος των Λαβδακιδών και η Αντιγόνη, σελ. 29 και εξής).
(β) Η Αντιγόνη και η Ισμήνη τίθενται σε δοκιμασία από τους υποχθόνιους θεούς και απειλούνται με αφανισμό (εντυπωσιακή είναι η μεταφορά από το θερισμό, με την οποία ο χορός παρουσιάζει τις επαπειλούμενες εξελίξεις : το φονικό δρεπάνι τωνυποχθόνιων θεών θερίζει και ρίχνει κάτω την Αντιγόνη).Πουθενά όμως ο χορός δε φαίνεται να υποστηρίζει ότι η παρέμβαση των θεών είναι άδικη, καθώς το συμπέρασμα που εξάγεται από τα λόγια του είναι ότι αιτία της επαπειλούμενηςεξόντωσης των δύο αδελφών αποτελεί η έπαρση των ανθρώπων και η αλαζονεία τους. Η ύβρις των ασεβών επιφέρει, σύμφωνα μετη γνώμη του χορού, την παραδειγματική τιμωρία τους.Συνακόλουθα, η ασυδοσία της γλώσσας και η τύφλωση του νου της Αντιγόνης που την προκάλεσε κάποια Ερινύα,άποψη που ο χορός έχει επαναλάβει και σε προηγούμενο σημείο, στο οποίοχαρακτήρισε την πράξη της ταφής και τη συμπεριφορά τηςΑντιγόνης έργο αφροσύνης (στ. 383), είναι ο λόγος για τον οποίοη κληρονομική κατάρα των Λαβδακιδών βαραίνει τα τελευταία βλαστάρια της.[Σύμφωνα πάντως με διαφορετική εκτίμηση η επαπειλούμενηκαταστροφή των δύο αδελφών δεν οφείλεται στη δική τουςαφροσύνη, αλλά αποδίδεται στην αλαζονεία και έπαρση του Κρέοντα, που επιβάλλει την τιμωρία με αστόχαστο και υπερφίαλο τρόπο προκειμένου να διασφαλίσει το κύρος τηςδιαταγής σχετικά με τη μη ταφή του Πολυνείκη].


Στίχοι : 78-97
1.Να χαρακτηρσετε την Ισμνη με βση το απσπασμα που σας δνεται (στίχοι 78-97).
             2. "... γ δ δ τφον χσουσ' δελφ φιλττ πορεσομαι": Πς δικαιολογετε την επιμον της Αντιγνης να θψει τον αδελφ της;
             3. Με βση το απσπασμα απ το πρωττυπο και το μεταφρασμνο κεμενο που ακολουθε (στχοι 916-923), να επισημνετε τη διαφοροποηση της συναισθηματικς κατστασης της Αντιγνης και να τη δικαιολογσετε.
Τρα με σρνει με χρια δεμνα/ανπαντρη, χωρς νυφιτικα τραγοδιαχωρς χαρς κρεβτι, χωρς παιδι στο στθος μου./Οι φλοι με παρτησαν, την μοιρηκαι ζωνταν στων πεθαμνων κατεβανω το πηγδι·//ποιο νμο των θεν χω πατσει;Γιατ στον ουραν  τα μτια να σηκνω,η δστυχη; σε ποιον να φωνξω βοθεια;
ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
1. Η Ισμήνη αποτελεί τον αντιπροσωπευτικό τύπο της γυναίκας, την αδελφή της Αντιγόνης, που μπορεί να της μιλήσει με ειλικρίνεια, αφού εκείνη έχει την ίδια υποχρέωση στον άταφο αδελφό τους. Η Ισμήνη ικετεύει για ήσυχη ζωή, ύστερα από την τρομερή δυστυχία της οικογένειάς τους, και δεν θέλει να ριψοκινδυνεύσει καθόλου. Έχει ως επιχείρημα πως η γυναίκα δεν μπορεί να τα βάλει με τους άντρες, και πρέπει να υποχωρεί στους πιο δυνατούς. Φαίνεται πως μιλάει με το κύρος της καθιερωμένης ηθικής και υπενθυμίζει ό,τι συνέβη σε γυναίκες που φιλοδόξησαν κάτι παραπάνω από τη φύση τους. [...] Μέσω της Ισμήνης η Αντιγόνη είναι ύπαρξη αλαζονική και παράτολμη, ώσπου βλέπουμε πως η Ισμήνη η ίδια δεν υποστηρίζει μια αληθινά μετριοπαθή στάση και πως η Αντιγόνη δεν είναι ένοχη για υπεροψία. Η Ισμήνη δεν παρακινείται από αρχές, αλλά από δειλία. Δεν τολμάει να ενωθεί με την Αντιγόνη σ' ένα τόσο μεγάλο κίνδυνο. [...] Στην πρώτη σκηνή με την Ισμήνη η Αντιγόνη δεν τρέφει καμιά συμπάθεια για την αδελφή της, εφόσον διαπιστώνει πως δεν θα βοηθήσει να θάψουν τον αδελφό τους. Δεν ξέρει από συμβιβασμούς, δεν δέχεται καμιά δικαιολογία. Επειδή η Ισμήνη δεν θα τη βοηθήσει, είναι εχθρές. Αποκρούει η Αντιγόνη τον ειλικρινή φόβο της Ισμήνης για εκείνην με μια σύντομη προτροπή να κοιτάξει τον εαυτό της. Όταν η Ισμήνη επιμένει στην ανάγκη για μυστικότητα, η Αντιγόνη της λέει να διαδώσει το νέο παντού. Η αντίληψή της για το καθήκον φαίνεται πως έχει αποξηράνει μέσα της όλα τ' ανθρώπινα συναισθήματα, εκτός από την αγάπη για τον αδελφό της. Εντούτοις, αυτή η σκληρότητα είναι χτισμένη πάνω σε μια γνήσια τρυφερότητα, ακόμη και για την Ισμήνη. Με τις πρώτες λέξεις του δράματος, όταν η Αντιγόνη απευθύνεται στην αδελφή της, βλέπουμε ποια είναι τα κανονικά συναισθήματά της.
® α) Στίχοι 69-84: Σ’ αυτούς τους στίχους : Η Αντιγόνη από τη μια παρουσιάζεται λίγο οξεία, απότομη και ψυχρή, αλλά και αποφασιστική, σταθερή και ηρωική. Πιστεύει στο χρέος απέναντι στο θείο και δείχνει τη βαθύτατη αγάπη στον αδελφό της. Η Ισμήνη από την άλλη παρουσιάζεται ήρεμη και συμπαθητική, δειλή και αναποφάσιστη, μετέωρη ανάμεσα στην αξία της ζωής και το υψηλό χρέος. Έτσι η πρώτη, η Αντιγόνη, παρουσιάζεται προοδευτική και ελεύθερη, η δεύτερη, η Ισμήνη, συντηρητική και πειθαρχική.
® β) Στίχοι 85-99: Σ’ αυτούς τους στίχους, που αποτελούν το τελευταίο τμήμα του προλόγου, φαίνονται καλύτερα τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των δύο αδελφών. Από τη μια η Αντιγόνη παρουσιάζεται σκληρή και εχθρική, επίμονη, σταθερή και αποφασιστική. Είναι φύση γεμάτη πείσμα και αφοσίωση στο καθήκον και το χρέος. Δε λυπάται τη ζωή και δε φοβάται το θάνατο. Προτιμά τον έντιμο θάνατο από την αισχρή ζωή. Η Ισμήνη από την άλλη σε αντίθεση με την Αντιγόνη παρουσιάζεται ήρεμη και ανεκτική. Δεν έχει τη δύναμη να διακινδυνεύσει, όπως φαίνεται και από την πρότασή της προς την Αντιγόνη να κρατήσουν μυστική την απόφαση της αδελφής της. Υπολογίζει τον κίνδυνο και δειλιάζει.
2. «Μόνο για τον αδελφό της θα ριψοκινδύνευε η Αντιγόνη την ταφή»
                Η Αντιγόνη δεν θα αναλάμβανε ένα τόσο μεγάλο κίνδυνο για ένα σύζυγο ή ένα παιδί, γιατί αυτοί μπορούν να αντικατασταθούν από άλλους, ενώ ο αδελφός, που οι γονείς του είναι πεθαμένοι, δεν μπορεί να αντικατασταθεί. [...] Το γεγονός πως ο αδελφός της είναι νεκρός και έχει ανάγκη από τη βοήθειά της είναι το μόνο που την αναγκάζει να νιώθει αυτή τη σχέση όλο και πιο έντονα. [...] Η αφοσίωση του αδελφού και της αδελφής, ο ιδιαίτερα στενός δεσμός ανάμεσά τους, δεν θα φαίνονταν εξωπραγματικός για ελληνικό ακροατήριο. Θα μπορούσαν να ανακαλέσουν τον μύθο της Αλθαίας, που, επειδή ο γιος της Μελέαγρος σκότωσε τ' αδέλφια της, τον καταριέται και τον καταστρέφει. Αυτή ασφαλώς πίστευε πως τ' αδέλφια της έρχονταν πριν από τον γιο της και πως το πρώτο της καθήκον ήταν να εξιλέωσει τα οργισμένα πνεύματά τους. Αν ένας αδελφός είναι στενότερος από ένα γιο, είναι επίσης στενότερος από ένα σύζυγο. Γιατί αυτός έχει κατά κύριο λόγο το ίδιο αίμα και σε τέτοιους υπολογισμούς εκείνο που λογαριάζεται είναι ο βαθμός συγγένειας αίματος. Αναμφισβήτητα αυτή η αντίληψή μας φέρνει πίσω σε χρόνους, όπου οι οικογενειακοί δεσμοί ήταν εξαιρετικά στενοί και ιεροί. Το θέμα είναι αρκετά κοινό στα λαϊκά τραγούδια και στις λαϊκές παραδόσεις πολλών χωρών, στις οποίες περιλαμβάνεται και η σύγχρονη Ελλάδα. [...] Η Αντιγόνη παρακινείται από την έντονη αγάπη για τον αδελφό της, από ένα αίσθημα πως η συγγένειά της μ' αυτόν είναι μοναδική και απαιτεί ιδιαίτερη αφοσίωση. Επομένως ερμηνεύει τον εαυτό της με αυτόν τον άδολο, αλλά και αρχέγονο τρόπο. Ό,τι συγκινεί την καρδιά της, είναι η βαθιά συναίσθηση για τη συγγένεια και για ό,τι σχετίζεται μ' αυτή.
                Με την Αντιγόνη  ο θεατής  ταυτίζεται. Είναι μια ξεχωριστή προσωπικότητα. Δεν εμφορείται μόνο από υψηλές αξίες και συναισθήματα (σεβασμό προς τους θεούς, για τον αδελφό της), διαθέτει και το απαιτούμενο πάθος, που τη σπρώχνει μοιραία στην επιδίωξη των αξιών της και στην έκφραση των αισθημάτων της, χωρίς να κάμπτεται από οποιοδήποτε εμπόδιο, ακόμη και το θάνατο. Και η Ισμήνη αγαπά τον αδελφό της, και η Ισμήνη σέβεται τους θεούς, όμως ο θεατής δεν ταυτίζεται μαζί της γιατί δε διαθέτει το ίδιο πάθος με την Αντιγόνη. Και το πάθος αυτό (εδώ μπορούμε να διακρίνουμε ένα υπολανθάνοντα ρομαντισμό) δεν πρέπει να συγχέεται με το μέγεθος της αδελφικής αγάπης, ή με τον βαθμό υιοθέτησης και αποδοχής κάποιων αξιών. Είναι μια ξεχωριστή ψυχική ποιότητα, που ανήκει στην ηρωίδα, και που θα μπορούσε να εκφράσει την ίδια δύναμη στην υλοποίηση οποιασδήποτε αξίας, στην επιδίωξη οποιουδήποτε σκοπού. Στην Αντιγόνη, όπως και στην Άλκηστη, δεν θαυμάζουμε τόσο το μέγεθος της αγάπης, (για τον αδελφό ή για το σύζυγο), αλλά την δύναμη αυτών των ηρωίδων να θυσιάζουν τη ζωή τους για αυτούς που αγαπάνε.
                Η Αντιγόνη έχει ήδη προαποφασίσει την «παράνομη» ταφή. Έτσι διαγράφεται το θέμα της ανωτερότητας των άγραφων νόμων και της αδελφικής αγάπης - κεντρικό ζήτημα της τραγωδίας - με αντίποδα τους νόμους του κράτους και την υποταγή στους άρχοντες. Μέσα από τη σύγκρουση της Αντιγόνης με την Ισμήνη ήδη από τον πρόλογο δίνεται η μοναξιά της ηρωίδας που θα κορυφωθεί με τη δραματική σύγκρουσή της με τον Κρέοντα, όπως αυτή διαβεβαιώνεται από την αμετάκλητη απόφαση για πραγματοποίηση της ταφής (βλ. στίχ. 45-46, 71, 72, 80-81).
                Γι’ αυτό καθεμιά τους ζει διαφορετικά το ίδιο συναίσθημα, την αδελφική στοργή.
                Στην προηγούμενη ενότητα και ειδικά στο στίχο 66-67 η Ισμήνη δηλώνει ότι θα υπακούσει σ’ αυτούς που έχουν την εξουσία και εδώ στον Κρέοντα. Η Αντιγόνη απαντά με ένα ύφος (στίχ. 69-70) που δείχνει ψυχρότητα και, για την ώρα, αδιαφορία. Σ’ αυτό το σημείο δεν κρίνει σωστό να προτρέψει με περισσότερη επιμονή την Ισμήνη. Αισθάνεται πάρα πολύ πειραγμένη, αλλά είναι αποφασισμένη να προχωρήσει μόνη της στην υλοποίηση της απόφασής της (βλ. στίχ. 69-70). Το ύφος της στο στίχο 71 λλ'  σθι») με το οποίο απαντά στις προηγούμενες παραινέσεις της Ισμήνης (βλ. στίχ. 49 « φρόνησον», στίχ. 58 «σκόπει», στίχ. 61 «ννοεν χρή » γίνεται πιο αυστηρό. Στη συνέχεια η Αντιγόνη περιφρονεί τις αντιλήψεις της αδελφής της (βλ. στιχ. 71 «ποά σοι δοκε») και δηλώνει τη δική της απόφαση (βλ. στίχ. 71-72: «κενον δ'  γώ θάψω»). 
                Στο στίχο 77: «τό δέ βί πολιτν δρν φυν μήχανος») η Ισμήνη δηλώνει ξανά με ειλικρίνεια ότι είναι αδύνατη από τη φύση της να εναντιωθεί στη δυνατή θέληση του άρχοντα. Σ’ αυτή τη δήλωση της Ισμήνης η Αντιγόνη φαίνεται με τα λόγια του στίχου 80 («σύ μέν τάδ  ν προύχοιο») ότι δεν μπορεί να καταλάβει αλλά ούτε και να δικαιολογήσει την Ισμήνη. Θεωρεί τους ισχυρισμούς της Ισμήνης προφάσεις. Απορρίπτει με αυστηρότητα τη συναισθηματική προσφορά της Ισμήνης (στίχ. 82) και την ειρωνεύεται πικρόχολα. (βλ. στίχ. 83). Επίσης απορρίπτει και τη νέα προσφορά της Ισμήνης (βλ. στίχ. 84-85) και την προκαλεί να διακηρύξει σ’ όλους την απόφασή της. Γιατί αν δεν το κάνει και την κρατήσει μυστική, θα της είναι πιο μισητή. (βλ. στίχο 86: «πολλόν χθίων σει.»). Η Αντιγόνη εδώ παραφέρεται. Από φιλάδελφη, που ήταν στην αρχή, τώρα γίνεται σκληρόκαρδη.
                 Στη συνέχεια η στάση της Ισμήνης προκαλεί στην Αντιγόνη δυσαρέσκεια, που θα καταλήξει σε έχθρα από μέρους της Αντιγόνης και από μέρους του νεκρού, αν η Ισμήνη εξακολουθήσει να επιμένει στις θέσεις της. Η επανάληψη της έννοιας της «έχθρας» ( βλ. στίχ. 93-94: «χθαρ -- χθρα») δηλώνει τη δυσάρεστη ψυχολογική κατάσταση που δημιουργείται στην Αντιγόνη από την επιμονή της Ισμήνης. Τέλος η Αντιγόνη απορρίπτει απερίφραστα τις παραινέσεις και τις απόψεις της Ισμήνης. Και εκείνη προετοιμασμένη να προχωρήσει μόνη της και να αντιμετωπίσει όλες τις συνέπειες της πράξης της (βλ. στίχ. 95). Με το στίχο αυτό τονίζει την αμετάτρεπτη απόφασή της αλλά ειρωνεύεται τις ιδέες της Ισμήνης.
                Η σειρά των διακπληκτισμών που φέρουν αντιμέτωπους τους ήρωες με άλλα πρόσωπα, δεν έχει μοναδικό σκοπό να δώσει  στα συναισθήματά τους σαφέστερο και αυστηρότερο περίγραμμα. Έχει ακόμη σαν αποτέλεσμα τη βαθμιαία απομόνωση αυτών των ηρώων από κάθε βοήθεια και από κάθε ανθρώπινο στήριγμα.       Οι πρώτες λέξεις στην αρχή της Αντιγόνης είναι πρόσκληση για κοινοπραξία. Η Αντιγόνη θα ήθελε να τη  βοηθήσει η Ισμήνη (Αντιγόνη στ. 37-38)[…] Όταν η Ισμήνη αρνείται η Αντιγόνη κλείνεται στον εαυτό της, διαλέγει τη μοναξιά. Δεν θέλει να ακούσει για συνεργασία (69-70). Θ΄ αρνηθεί ακόμη και μπροστά στον κίνδυνο. Όταν η Ισμήνη θελήσει αργότερα να τη βοηθήσει, πιστή στην αρχή της η Αντιγόνη θα αρνηθεί (539).
                Η Αντιγόνη είναι, λοιπόν, μόνη. Το χειρότερο, φαίνεται βυθισμένη σε ηθική μοναξιά. Κανείς δεν την καταλαβαίνει. Ο Κρέοντας, βέβαια, βλέπει στη διαγωγή της μια ξεφτισμένη ανεξαρτησία. Αλλ’ ούτε οι άλλοι την καταλαβαίνουν  περισσότερο. Η Ισμήνη θα την ακολουθούσε, αν την καταλάβαινε. Ο χορός, που θα έπρεπε ωστόσο να της είναι αφοσιωμένος και να της δείχνει τη συμπάθειά του, δείχνει από τη μια άκρη ως την άλλη πλήρη ακατανοησία. Πριν μάλιστα πληροφορηθεί ποιος έκανε την απαγορευμένη πράξη, σπεύδει  να ψέξει το πνεύμα της ανυπακοής στους νόμους, είτε θείοι είναι αυτοί οι νόμοι είτε ανθρώπινοι (368).Όταν μαθαίνει πως πρόκειται για την Αντιγόνη, δεν μπορεί να πιστέψει πως παράκουσε τους νόμους και την έπιασαν ν φροσύνη (383). Τη στιγμή μάλιστα που οδηγείται στο θάνατο, δεν μπορεί να συγκρατηθεί και να μην εκφράσει άλλη μια φορά την αποδοκιμασία του. Γύρω λοιπόν από την Αντιγόνη δεν υπάρχει κανείς. Αυτή που- έτσι το θέλησε η μοίρα της-  θα εντοιχιστεί ζωντανή σ΄ ένα έρημο τόπο, είναι, ανάμεσα στους δικούς της εγκαταλειμμένη από όλους.

                Η Αντιγόνη δε δίστασε να δώσει έμφαση σε αυτήν την εγκατάλειψη. Η περήφανη Αντιγόνη πληγώθηκε τόσο, ώστε να θρηνεί δυνατά. Στην αρχή αφήνει την πίκρα της να ξεσπάσει «αλίμονο με κοροϊδεύουν»(839). Έπειτα ακολουθούν θρήνοι συγκινητικοί, επίμονοι, συνεχείς (876-882). Πιο κάτω, διακηρύσσει πάλι, για τελευταία φορά, το δίκαιο της υποθέσεως που υπηρετεί και το αίσχος αυτού του σκληρού τιμήματος (919-924). Αλλά οι θρήνοι της, όσο συγκινητικοί και αν είναι, δεν εξαπατούν. Η Αντιγόνη υποφέρει από τη μοναξιά της. Αλλά την επιζήτησε από την αρχή και τη δέχεται με καρτερία. Παραπονείται, αλλά βαδίζει στο θάνατο αποφασιστικά, Με άλλα λόγια η οδύνη, που πηγάζει από τη μοναξιά, είναι η ομολογία και η συνέπεια του  ηρωικού θάρρους. Είναι το αντίστροφο του μεγαλείου. Αυτή, λοιπόν, η διπλή αξία βρίσκεται κάθε στιγμή στο έργο του Σοφοκλή. Όλοι οι ήρωές του είναι γενναιότεροι του συνηθισμένου και όλοι παλεύουν μέσα στη μοναξιά που τους αξιώνει ο ηρωισμός τους.